Μαρία Ριφιώτη (Βραζιλία)
Ξεκίνησε τη ζωή της στη Βραζιλία ράβοντας ρούχα σε μια παλιά ραπτομηχανή Singer που κουβάλησε στις αποσκευές της φεύγοντας, πριν από περίπου 50 χρόνια, από την Ελλάδα. Μαζί με τον σύζυγό της, η Μαρία Ριφιώτη, εγκατέλειψαν το 1954 την γενέτειρά τους, το Αίγιο και εγκαταστάθηκαν στον Σάο Πάολο ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή. Μισό και πλέον αιώνα μετά, το ζευγάρι έχει 4 παιδιά και τρία εγγόνια αλλά η μεγαλύτερη έγνοια για την 80χρονη πια Μαρία είναι ο γιος της Βασίλης που έχει νοητική υστέρηση.
Σε μια προσπάθεια να βοηθήσει οικογένειες με παιδιά με ειδικές ανάγκες, η κ. Ριφιώτη έγραψε και εξέδωσε το 2007, βιβλίο με τίτλο «Με γέλιο και δάκρυ» καταθέτοντας τις εμπειρίες της από την ανατροφή του 48χρονου σήμερα παιδιού της. Για την πρωτοβουλία της αυτή θα βραβευθεί στις 19 Μαρτίου, μαζί με άλλες Ελληνίδες της Διασποράς που διακρίθηκαν για την προσφορά τους ανά την υφήλιο, σε ειδική εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη, από το νομάρχη Παναγιώτη Ψωμιάδη και τον πρόεδρο του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού, Στέφανο Ταμβάκη.
«Αγάπη και μόνο αγάπη χρειάζονται τα παιδιά με ειδικές ανάγκες και οι μητέρες τους δεν πρέπει να απελπίζονται αλλά να προσπαθούν να τα βοηθήσουν με κάθε τρόπο να σταθούν στα πόδια τους γιατί κάποια μέρα τα παιδιά τους θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τον κόσμο» είναι η συμβουλή της Μαρίας Ριφιώτη στους γονείς.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η κ. Ριφιώτη διευκρίνισε ότι το βιβλίο προέρχεται από σημειώσεις που κρατούσε επί χρόνια σε ένα τετράδιο και κάποια στιγμή αποφάσισε να το εκδώσει. «Το έγραψα αρχικά στα ελληνικά και μετά στα πορτογαλικά και μοίρασα πολλά αντίτυπα στην εκκλησία, σε σχολεία και φίλους» λέει η συγγραφέας. Όπως εξηγεί, ο Βασίλης κατά την διάρκεια του τοκετού έπαθε ασφυξία με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτες βλάβες ο εγκέφαλός του. «Πήγε σε ειδικό σχολείο και έμαθε να αυτοεξυπηρετείται ενώ τον φροντίζουν συνέχεια και τα τρία αδέρφια του. Όλοι τον προσέχουμε βέβαια αλλά δεν του κάνουμε και όλα τα? χατιράκια» σημειώνει χαριτολογώντας. Ιδιαίτερα περήφανη όμως είναι που ο 48χρονος γιος της βρίσκεται κοντά στην εκκλησία και βοηθάει μάλιστα στην λειτουργία. «Του αγοράσαμε και άμφια και πηγαίνει στις δύο ελληνικές εκκλησίες, στον Άγιο Πέτρο και τον Άγιο Παύλο» προσθέτει.
«Ούτε καλημέρα δεν ξέραμε να πούμε..»
Μετανάστρια πρώτης γενιάς, η Μαρία Ριφιώτη βρέθηκε με τον σύζυγό της τον Απρίλιο του 1954 στο Σάο Πάολο, έχοντας μόλις 2 μήνες παντρεμένοι.
«Δεν είχαμε τίποτα, κανέναν γνωστό, δεν ξέραμε ούτε καλημέρα να πούμε» θυμάται η κ. Ριφιώτη. Ο σύζυγός της κατάφερε τελικά να βρει δουλειά σε ένα εργοστάσιο και αυτή ξεκίνησε να ράβει με την παλιά Singer που κουβάλησε από την Ελλάδα όπου είχε τελειώσει μια σχολή ραπτικής.
«Σιγά – σιγά νοικιάσαμε ένα υπόγειο διαμέρισμα και καταφέραμε να σταθούμε στα πόδια μας. Αργότερα μετατρέψαμε το σπίτι μας σε βιοτεχνία ρούχων όπου κόβαμε πατρόν και ράβαμε ρούχα τα οποία διαθέταμε σε καταστήματα ενώ στη συνέχεια ανοίξαμε το δικό μας κατάστημα ρούχων προσλαμβάνοντας Βραζιλιάνους ως εργάτες» εξιστορεί η κ. Ριφιώτη. Εντύπωση πάντως της έκανε, ότι οι Βραζιλιάνοι τους αντιμετώπισαν με ιδιαίτερη συμπάθεια και ποτέ δεν είχαν προβλήματα, «επειδή δούλευαν σε μας ως εργάτες». «Κι εμείς όμως τους φερόμασταν με σεβασμό και αγάπη γιατί καταλαβαίναμε την ανάγκη τους αφού είχαμε περάσει και οι ίδιοι από δυσκολίες».
Η 80χρονη μετανάστρια έχει επισκεφθεί την Ελλάδα 4 φορές, ενώ πολλές φορές ταξιδεύουν στον τόπο καταγωγής τους και τα τρία της παιδιά.
«Στην αρχή, όταν φύγαμε, είχαμε ορκισθεί ότι θα λείψουμε για 5 χρόνια, ούτε μέρα παραπάνω αλλά τελικά πέρασαν 54 ολόκληρα χρόνια.», λέει με νοσταλγία η κ. Ριφιώτη και ρωτώντας για τον καιρό στην Ελλάδα με αφορμή την έλευσή της τις επόμενες μέρες, αστειεύεται προτρέποντας μας «να του πείτε να κάνει καλοκαίρι τώρα που έρχομαι γιατί από καλοκαίρι θα φύγω..».
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Русский
Ελληνικά
English